γλαγό-τροφος

γλαγό-τροφος

γλαγό-τροφος, mit Milch genährt, Lycophr. 1260.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κυματότροφος — κυματότροφος, ον (Α) αυτός που τρέφεται από τα κύματα τής θάλασσας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κῦμα, α τ ος + τροφος (< τρέφω), πρβλ. ασπιδό τροφος, γλαγό τροφος. Βλ. και κυματοτρόφος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”