κατ-επ-αγγέλλομαι

κατ-επ-αγγέλλομαι

κατ-επ-αγγέλλομαι, med. (act. nur Suid.), zusagen, versprechen; κατεπήγγελται τουτῳΐ, er hat diesem seine Hülfe versprochen, Dem. 32, 11; κατεπαγγελλόμενος τὰς τέχνας διδάσκειν Aesch. 1, 117; πρός τινα 1, 173, öfter; προκαταλήψεσϑαι τὰς παρόδους D. Sic. 11, 4; τῇ φιλίᾳ τὴν πολιτείαν, d. i. seine Politik der Freundschaft, dem Nutzen der Freunde widmen, Plut. reip. ger. pr. 13.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κατεπαγγέλλομαι — (Α) 1. υπόσχομαι πολλά ή υπερβολικά ή αναλαμβάνω υποχρεώσεις, δίνω μεγάλες υποσχέσεις («τὸ παρὸν λυμαινόμενος, τὸ δὲ μέλλον κατεπαγγελλόμενος», Αισχίν.) 2. διαβεβαιώνω κάποιον για κάτι («οὗτος ὀρθῶς κατεπαγγελλόμενος τῇ φιλίᾳ τὴν πολιτείαν»,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”