κωβῖτις

κωβῖτις

κωβῖτις, ιδος, ἡ, dem Vorigen ähnlich, eine Sardellenart, Ath. VII, 284 f.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κωβῖτις — like the gudgeon fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κωβίτις — η (Α κωβῑτις, ιδος) [κωβιός] γένος τελεόστεων οστεϊχθύων που, σύμφωνα με τη σημερινή ταξινόμηση, ανήκουν στην οικογένεια cobitidae …   Dictionary of Greek

  • κωβῖτιν — κωβῖτις like the gudgeon fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νημάχειλος — ο ζωολ. είδος τελεόστεων οστεοϊχθύων, μικρών ψαριών, τού γένους κωβίτις τής οικογένειας cobitidae …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”