κυτμίς

κυτμίς

κυτμίς, ίδος, ἡ, ein von dem Wunderthäter Alexander erfundenes Pflaster, Luc. Alex. 22. 54.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • κυτμίς — κυτμίς, ίδος, ἡ (Α) είδος αλοιφής από γίδινο λίπος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.] …   Dictionary of Greek

  • κυτμίδα — κυτμίς ointment fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυτμίδες — κυτμίς ointment fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”