χνόος

χνόος

χνόος, , att. zsgzgn χνοῠς, gen. χνοῠ, dat. χνοΐ ist zw., s. Lob. Phryn. 454, – das, was bloß auf der Oberfläche sitzt und abgeschabt, abgekratzt werden kann (χνάω, κνάω); dah. jeder zarte, leichte Anflug auf der Oberfläche, ἁλος χνόος, der Schaum oder Schmutz des Meeres, der auf der Haut sitzen bleibt u. abgerieben wird, Od. 6, 221, wie sonst ἁλὸς ἄχνη. – Bes. der seine Flaum an einigen Früchten, wie Pfirsich u. Quitte, Theocr.; μήλων χνοῠν ἐπικαρπίδιον Zonas 6 (IX, 226); u. der erste Flaum an Kinn und Backen, lanugo, das Zeichen beginnender ἐπήνϑει τοῖς αἰδοίοις ὥςπερ μήλοισιν Ar. Nubb. 965. – Auch jedes andre seine Haar, abgekratzte, gezupfte Wolle, zum Stopfen der Kissen u. Matratzen, Theodorid. 6 (VI, 156). – Auch wie χνόη, das Knarren der Wagenräder, Hesych.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • χνόος — incrustation masc nom sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῦ — χνόος incrustation masc voc sg (attic) χνόος incrustation masc gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῦς — χνόος incrustation masc acc pl (attic) χνόος incrustation masc nom sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνοῦν — χνόος incrustation masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνῷ — χνόος incrustation masc dat sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόον — χνόος incrustation masc acc sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χνόου — χνόος incrustation masc gen sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • гнус — род. п. гнуса мошкара, мелкие насекомые , гнусный, блр. гнюс скупердяй, подлец , ст. слав. гноусьнъ μιαρός (Супр.), болг. гнус отвращение , сербохорв. гну̑с, диал. гњу̑с грязь, навоз; отвращение , словен. gnȗs, чеш. hňus, hnis отвращение ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • άχνοος — ἄχνοος, ον και ἄχνους, ουν (AM) ο χωρίς χνούδι, αυτός του οποίου τα γένεια δεν έχουν ακόμη φυτρώσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + χνους (ασυναίρετο χνόος) «χνούδι»] …   Dictionary of Greek

  • μνους — μνοῡς, όος, ὁ (Α) 1. λεπτό χνούδι 2. είδος γλυκίσματος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. προέρχεται πιθ. από συμφυρμό τών τ. μνίον* και χνόος/χνοῦς] …   Dictionary of Greek

  • νεόχνους — νεόχνους, ουν και οος, οον (Α) αυτός που μόλις εμφανίζει το πρώτο χνούδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + χνόος / χνοῦς (πρβλ. αρτί χνους)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”