τακερός

τακερός

τακερός, 1) geschmolzen, weich; κύαμοι u. ἐρέβινϑοι, Ar. u. Pherecr. bei Ath. IX, 366 e, der es = τρυφερός erkl.; u. so bes. übertr., schmelzend, schmachtend, zärtlich, bes. vom feuchten Schimmer sehnsüchtiger Augen, τακερὰ δέρκομαι, Ibyc. 2; vgl. Schol. Ap. Rh. 3, 120; so τακερὸν βλέπειν, Alciphr. 1, 28; τακεραῖς κόραις λεύσσειν, Thess. 32 (IX, 567), u. A.; τακερόν τι ἐν τοῖς ὄμμασι πάϑος ἀνυγραίνων, Luc. amor. 14; adv., ib. 3. – Vom Gesange, Ael. H. A. 5, 38. – 2) akt. zum Schmelzen dienend, ὕδατα τακερώτατα, Hippocr.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τακερός — melting in the mouth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακερός — ή, ό / τακερός, ά, όν, ΝΑ, και τακηρός Α 1. αυτός που λειώνει εύκολα 2. αυτός που βράζει εύκολα 3. (για νερό) αυτός που έχει την ιδιότητα να κάνει εύκολο το βράσιμο, ιδίως τών οσπρίων αρχ. 1. μτφ. γεμάτος πάθος και πόθο («τακερὸς Ἔρως», Ανακρ.) 2 …   Dictionary of Greek

  • τακερά — τακερός melting in the mouth neut nom/voc/acc pl τακερά̱ , τακερός melting in the mouth fem nom/voc/acc dual τακερά̱ , τακερός melting in the mouth fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακερώτερον — τακερός melting in the mouth adverbial comp τακερός melting in the mouth masc acc comp sg τακερός melting in the mouth neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακερῶν — τακερός melting in the mouth fem gen pl τακερός melting in the mouth masc/neut gen pl τακερόω boil soft pres part act masc voc sg (doric aeolic) τακερόω boil soft pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) τακερόω boil soft pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακερόν — τακερός melting in the mouth masc acc sg τακερός melting in the mouth neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακερώτατα — τακερός melting in the mouth adverbial superl τακερός melting in the mouth neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακεραῖς — τακερός melting in the mouth fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακεραί — τακερός melting in the mouth fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακεροῖς — τακερός melting in the mouth masc/neut dat pl τακερόω boil soft pres opt act 2nd sg τακερόω boil soft pres subj act 2nd sg τακερόω boil soft pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τακεροῖσι — τακερός melting in the mouth masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) τακερόω boil soft pres part act masc/neut dat pl (doric aeolic) τακερόω boil soft pres subj act 3rd sg (epic) τακερόω boil soft pres ind act 3rd pl (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”