- τετρα-έλιξ
τετρα-έλιξ, ικος, ὁ, ἡ, viermal gewunden, herumgeschlungen; ἡ τετραέλιξ, eine distelartige Pflanze, Theophr.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
τετρα-έλιξ, ικος, ὁ, ἡ, viermal gewunden, herumgeschlungen; ἡ τετραέλιξ, eine distelartige Pflanze, Theophr.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
αμφιέλισσα — ἀμφιέλισσα (ενν. ναῡς) (Α) (επίθετο τής επικής διαλέκτου) 1. (πλοίο) κυρτό και από τις δύο πλευρές 2. ευκίνητο, γοργοτάξιδο (καράβι). [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀμφι ελίκ ya < *ἀμφι έλιξ (πρβλ. τετρα έλιξ)] … Dictionary of Greek
πολυέλιξ — ὁ, ἡ, Α πολυέλικτος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + ἕλιξ, ἡ, «έλικας» (πρβλ. τετρα έλιξ)] … Dictionary of Greek
τριέλιξ — ικος, ή Α αυτή που έχει τυλιχθεί τρεις φορές. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + ἕλιξ, ἡ, «έλικας» (πρβλ. τετρα έλιξ)] … Dictionary of Greek