τροπαῖος

τροπαῖος

τροπαῖος, 1) zur Wendung, zum Wechsel, zur Veränderung gehörig. – Bes. zur Umkehr, zur Flucht gehörig, ἐχϑρῶν ϑύειν τροπαῖα sc. ἱερά, Eur. Heracl. 402; dah. ϑεοὶ τροπαῖοι, die Götter, die den Feind in die Flucht gewendet u. Sieg verliehen haben, bes. Ζεύς (Soph. Ant. 143 Eur. Heracl. 867), Ποσειδῶν u. Ἥρα. – Auch wie ἀποτρόπαιος, Abwender, Ζεύς Soph. Trach. 303. – 2) pass., abgewendet, Ἕκτορος ὄμμασι τροπαῖοι, mit den Blicken von Hektor abgewendet, Eur. El. 467.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • τροπαῖος — of a turning masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαίος — αία, ον, Α 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην τροπή, στη μετατροπή 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη φυγή τών εχθρών στο πεδίο τής μάχης 3. αυτός που προξενεί φυγή ή ήττα, φοβερός («Ἕκτορος ὄμμασι τροπαῖοι» φοβεροί στα μάτια τού Έκτορος,… …   Dictionary of Greek

  • τροπαῖον — τροπαῖος of a turning masc acc sg τροπαῖος of a turning neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαῖα — τροπαῖος of a turning neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαῖε — τροπαῖος of a turning masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαῖοι — τροπαῖος of a turning masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ποτιτρόπαιος — ον, Α (δωρ. τ.) προστρόπαιος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + τρόπαιος (< τροπή < τροπή), πρβλ. απο τρόπαιος, προσ τρόπαιος) …   Dictionary of Greek

  • τροπαῖ' — τροπαῖαι , τροπαία an alternating wind fem nom/voc pl τροπαῖα , τροπαῖος of a turning neut nom/voc/acc pl τροπαῖε , τροπαῖος of a turning masc voc sg τροπαῖαι , τροπαῖος of a turning fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαία — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 760 μ.), στην πρώην επαρχία Γορτυνίας, του νομού Αρκαδίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (25 τ. χλμ.), στον οποίο υπάγεται και το Μελιδόνι (; κάτ.). Άποψη του ορεινού οικισμού Τρόπαια στην Αρκαδία. * * * ἡ, Α βλ. τροπαῑος …   Dictionary of Greek

  • τροπαία — τροπαίᾱ , τροπαία an alternating wind fem nom/voc/acc dual τροπαίᾱ , τροπαία an alternating wind fem nom/voc sg (attic doric aeolic) τροπαί̱ᾱ , τροπαῖος of a turning fem nom/voc/acc dual τροπαί̱ᾱ , τροπαῖος of a turning fem nom/voc sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τροπαίας — τροπαίᾱς , τροπαία an alternating wind fem acc pl τροπαίᾱς , τροπαία an alternating wind fem gen sg (attic doric aeolic) τροπαί̱ᾱς , τροπαῖος of a turning fem acc pl τροπαί̱ᾱς , τροπαῖος of a turning fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”