σκορπίζω

σκορπίζω

σκορπίζω, zerstreuen, auseinanderwerfen, -jagen, nach einigen Gramm. ion., nach andern macedonisch, s. Lob. Phryn. 218; schon aus Hecat. angeführt, aber Sp. häufiger, nach Alexander dem Großen; ἐσκορπίσϑησαν, Plut. Timol. 4; Luc. asin. 32.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σκορπίζω — σκορπίζω, σκόρπισα βλ. πίν. 33 και πρβλ. σκορπάω Σημειώσεις: σκορπίζω, σκορπάω : σύμφωνα με τη Γραμματική Τριανταφυλλίδη, εφόσον υπάρχει ισοδύναμος τύπος σε ίζω, επικρατεί ο αόριστος σε ισα. Το σκορπίζω έχει και παθητική αξία → διαλύομαι (π.χ.… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σκορπίζω — scatter pres subj act 1st sg σκορπίζω scatter pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκορπίζω — και σκορπάω και σκορπώ σκόρπισα, σκορπίστηκα, σκορπισμένος 1. ρίχνω εδώ κι εκεί, διασπείρω: Σκόρπισε το λίπασμα στο χωράφι. – Ο αέρας σκόρπισε τα φύλλα των δέντρων στους δρόμους. 2. σπαταλώ: Σκορπάει τα λεφτά του σε ανόητες διασκεδάσεις. 3.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκορπίζω — ΝΑ, και σκροπίζω Ν 1. διαλύω ένα σύνολο στα μέρη που τό συγκροτούν και τά πετώ εδώ και εκεί, σκορπώ, διασκορπίζω, διασπείρω (α. «να μάσω τα μπουλούκια μου που τά χω σκορπισμένα», δημ. τραγούδι β. «τοὺς δ ὄρνεις ἐπιστάντας τὰ μὲν ἐσθίειν τὰ δὲ… …   Dictionary of Greek

  • σκορπίζετε — σκορπίζω scatter pres imperat act 2nd pl σκορπίζω scatter pres ind act 2nd pl σκορπίζω scatter imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκορπίζῃ — σκορπίζω scatter pres subj mp 2nd sg σκορπίζω scatter pres ind mp 2nd sg σκορπίζω scatter pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκορπίσω — σκορπίζω scatter aor subj act 1st sg σκορπίζω scatter fut ind act 1st sg σκορπίζω scatter aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσκορπισμένα — σκορπίζω scatter perf part mp neut nom/voc/acc pl ἐσκορπισμένᾱ , σκορπίζω scatter perf part mp fem nom/voc/acc dual ἐσκορπισμένᾱ , σκορπίζω scatter perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκορπιεῖ — σκορπίζω scatter fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) σκορπίζω scatter fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκορπιζομένων — σκορπίζω scatter pres part mp fem gen pl σκορπίζω scatter pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκορπιζόμεθα — σκορπίζω scatter pres ind mp 1st pl σκορπίζω scatter imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”