σωρός

σωρός

σωρός, , der Haufen; bes. der Getreidehaufen, Hes. O. 780; auch σωρὸς σίτου, Her. 1, 22; σωρὸς ψήγματος, 6, 125; jeder angehäufte Vorrath, überh. Menge, Fülle, χρημάτων, κακῶν, ἀγαϑῶν, Ar. Plut. 269. 270. 804; σίτου, ξύλων, λίϑων, Xen. Hell. 4, 4, 16 u. Sp., wie Luc. pro merc. cond. 13; Zenob. 1, 10.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σωρός — heap masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωρός — ο, ΝΜΑ 1. σύνολο από πράγματα συγκεντρωμένα στον ίδιο χώρο, το ένα επάνω στο άλλο χωρίς τακτοποίηση (α. «σωρός χώματος» β. «οὕτως ἐν ὀλίγῳ πολλοὶ ἔπεσαν ὥστε εἰθισμένοι ὁρᾱν οἱ ἄνθρωποι σωροὺς σίτου, ξύλων, λίθων, τότε ἐθεάσαντο σωροὺς νεκρῶν»,… …   Dictionary of Greek

  • σωρός — ο 1. πολλά πράγματα ριγμένα το ένα πάνω στο άλλο: Ήταν σωρός τα πτώματα στο πεδίο της μάχης. – Έφτιαξε ένα σωρό από πέτρες. 2. μεγάλο πλήθος: Έβγαλε ένα σωρό λεφτά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σωροῖς — σωρός heap masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωροί — σωρός heap masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωροῦ — σωρός heap masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωρούς — σωρός heap masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωρῷ — σωρός heap masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σωρόν — σωρός heap masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καχληκοσωρός — ο σωρός από κάχληκες, βότσαλα, στην παραλία ή σε κοίτες ποταμών. [ΕΤΥΜΟΛ. < κάχληκας + σωρός (< σωρός), πρβλ. λιθο σωρός, ξυλο σωρός] …   Dictionary of Greek

  • μύκων — μύκων, ωνος, ὁ (Α) 1. το μέρος τού αφτιού που βρίσκεται κάτω από τον λοβό, η ρίζα τού αφτιού 2. (κατά τον Ησύχ.) «μύκων σωρός, θημών». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *mūk «σωρός» και συνδέεται πιθ. με γερμανικές λ., πρβλ. αρχ. ισλδ. mūgi,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”