- προς-ανα-γιγνώσκω
προς-ανα-γιγνώσκω (s. γιγνώσκω), noch dazu lesen; προςανάγνωϑι Aesch. 2, 95; Ios.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
προς-ανα-γιγνώσκω (s. γιγνώσκω), noch dazu lesen; προςανάγνωϑι Aesch. 2, 95; Ios.
http://www.zeno.org/Pape-1880.
οίδα — (ΑΜ οἶδα, Α αιολ. τ. ὄϊδα) 1. γνωρίζω, ξέρω (α. «ὅς ᾔδη τά τ ἐόντα τά τ ἐσσόμενα πρό τ ἐόντα», Ομ. Ιλ. β. «ἴστω ὑπὸ τοῡ ἀδελφοῡ ἀποθανών», Ηρόδ.) 2. φρ. α) «ἕv οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» ένα πράγμα γνωρίζω, ότι τίποτε δεν γνωρίζω β) «οὐκ οἴδασι τί… … Dictionary of Greek