πῆγμα

πῆγμα

πῆγμα, τό, 1) das Zusammenbefestigte, Zusammengesetzte, Gerüst, Gestell u. dgl.; Sp.; auch übertr., ὅρκος πῆγμα γενναίως παγέν, Aesch. Ag. 1171. – 2) das fest, dicht Gewordene, das Gefrorne, das Geronnene, Arist. H. A. 3, 6; τῆς χιόνος, Pol. 3, 55, 5; Sp.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πῆγμα — anything fastened neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πήγμα — το / πῆγμα, ΝΑ 1. καθετί που είναι συναρμοσμένο, συναρμολογημένο από πολλά τεμάχια, από πολλά μέρη 2. το πάνω από τους τροχούς μέρος τών τροχοφόρων οχημάτων, η καροσερί 3. ο σκελετός σκάφους αρχ. 1. ο σκελετός τής στέγης οικοδομήματος 2. ο… …   Dictionary of Greek

  • LABANDAGO — apud Luciserum Caralitan., L. moriendum esse pro Filio Dei, p. 337. Nihil refert, an securi caput auferas, an ad palum me, an ad crucem alliges, igne torreas, an vivum humo condas, saxo praecipites, an in maria mergas, labandagine magnis viribus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αμάξωμα — Μέρος του οχήματος που καλύπτει, συνδέει και προφυλάσσει τον μηχανισμό του και επιπλέον στεγάζει τους επιβάτες και το φορτίο. Η καθιερωμένη τεχνική προβλέπει α. με μόνο προορισμό την κάλυψη, προσαρμοσμένα σε πλαίσια, ενώ πολυάριθμες σύγχρονες… …   Dictionary of Greek

  • πασσαλόπηγμα — το 1. σύνολο από πασσάλους ή πασσαλοσανίδες που έχουν εμπηχθεί στο έδαφος για θεμελίωση οικοδομήματος 2. προστατευτικός τοίχος από πασσαλοσανίδες για συγκράτηση όγκων χωμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < πάσσαλος + πήγμα (< πήγνυμι «στερεώνω»), πρβλ. παρά… …   Dictionary of Greek

  • υπέρπηγμα — το, Ν 1. πρόσθετο δομικό κατασκεύασμα πάνω από την κύρια κατασκευή 2. ναυτ. περίκλειστο διαμέρισμα πάνω από το κατάστρωμα, το οποίο χρησιμεύει ως πυροβολείο ή για τη διαμονή μελών τού πληρώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ * + πήγμα (πρβλ. παρά πηγμα)] …   Dictionary of Greek

  • паз — род. п. паза, укр. паз – то же, др. русск. пазъ, словен. ра̑z – то же, чеш., польск. раz наряду со словен. ра̑ž м. дощатая стена (из *pāzi̯os). Родственно греч. πήγνῡμι вбиваю, вколачиваю , πῆγμα остов, скрепление , πάγος ср. р. иней, мороз ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Пегматит — с синими кристаллами корунда …   Википедия

  • pegmatita — (Del gr. pegma, pegmatos, materia congelada o coagulada.) ► sustantivo femenino GEOLOGÍA Roca granítica de estructura laminar, color muy claro, pero variable, compuesta principalmente de cuarzo y feldespato. * * * pegmatita (del gr. «pêgma»,… …   Enciclopedia Universal

  • PENDICE Cedri (a) — a PENDICE Cedri inter officia Domus Augustae. Est autem pendix, Graece τὸ πῆγμα, quod et pendigo, unde pendigines statuarum Arnobio, τὰ πήγματα, et appendix, παράπηγμα. Quidquid igitur arculatum, aut aliarum rerum e cedro compactum erat, huius… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PLOXIMUM — Italis Transpadanis olim dicebatur capsum: Unde Catullus, Epigr. 98. v. 6. Gingivas ploximi habet veteris. Origine Graecâ, a πλέξις enim τρῶξις, πλέξιμον, ut a τρώξιμον; ex πλέξιμον autem ploximum fecêre Latini. Et quidem πλέγμα eiusmodi carrorum …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”