πλαγί-αυλος

πλαγί-αυλος

πλαγί-αυλος, , die Querflöte, Erfindung des Pan; Theocr. 20, 29; Bion 3, 7; Philodem. 22 (XI, 34); Ael. H. A. 6, 19; vgl. Arist. H. A. 2, 12 u. Ath. IV, 175 e; sonst πλάγιος αὐλός. – Als adj. die Querflöte spielend (?).


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πολύαυλος- — ον, Μ φρ. «αἱ πολυαύλων ὀργάνων φῡσαι» εκκλησιαστικό μουσικό όργανο, γνωστό στο Βυζάντιο ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + αὐλός (πρβλ. πλαγί αυλος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”