πλυνός

πλυνός

πλυνός, , Grube, in der schmutzige Kleider mit Wasser getreten, gewaschen u. gereinigt wurden, Waschgrube; Il. 22, 153 Od. 6, 40. 86; nach Hesych. auch πύελοι, ἐν αἱς τὰς ἐσϑῆτας ἔπλυνον; vgl. Maneth. 6, 433, ῥυπόεντα πλυνοῖσιν εἵματα καλλύνοντες; Luc. περὶ πλυνοὺς ἐχειν, fugit. 26. – Uebertr. sagt Ar. Plut. 1061 οὐχ ὑγιαίνειν μοι δοκεῖς, πλυνόν με ποιῶν ἐν τοσούτοις ἀνδράσι, was Poll. 7, 38 ἐξονειδίζεις, αἰσχύνεις erklärt, wie auch bei uns »Einen auswaschen«; Droysen: daß du mich zur Waschbank deiner Witze machst; vgl. Schol. Aesch. 3, 178.


http://www.zeno.org/Pape-1880.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • Πλυνός — trough masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλυνός — trough masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλυνός — ο, Ν [πλύνω] ναυτ. χώρος στο κατάστρωμα ή σε άλλο μέρος τού πλοίου, που χρησιμεύει για το πλύσιμο τών ναυτών και τών ρούχων τους αρχ. 1. πέτρινη σκάφη, γούρνα στην οποία γινόταν το πλύσιμο τών ακάθαρτων ρούχων 2. λουτήρας, μπανιέρα 3. θέση, χώρος …   Dictionary of Greek

  • πλύνος — ὁ, Α [πλύνω] 1. το πλύσιμο 2. κάτι που έχει πλυθεί 3. φρ. α) «νιτρική πλύνου» νιτρικό σαπούνι β) μτφ. «πλύνον ποιῶ τινα» πλύνω γ) μτφ. «πλύνον πλύνεσθαι» υβρίζομαι …   Dictionary of Greek

  • Πλυνοῖς — Πλυνός trough masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλυνοῖσιν — Πλυνός trough masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλυνοί — Πλυνός trough masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλυνοί — πλυνός trough masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλυνοῦ — Πλυνός trough masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πλυνοῦ — πλυνός trough masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Πλυνούς — Πλυνός trough masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”